Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Ένα παραμύθι


(αυτό το παραμύθι το έγραψε η φίλη της καρδιάς μου Καλλιόπη,σαν δώρο για την γιορτή μου·την ευχαριστώ και την αγαπώ...πολύ!)


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια κοπέλα πολύ όμορφη. Η ομορφιά της ήταν ξακουστή σε όλο το Βασίλειο της Καστοριάς και το όνομά της έκρυβε την πιο σπάνια μυρωδιά, την έλεγαν Αρμπαρόριζα!Οι γονείς της την αγαπούσαν πολύ, μα ανησυχούσαν γιατί η Αρμπαρόριζα δεν έμοιαζε με τα άλλα κορίτσια, ήταν ατίθαση. Της άρεσε να είναι κάθε μέρα έξω και να παίζει στα νερά του ποταμού, να κυνηγάει κάμπιες και ελάφια και να ανακαλύπτει φωλίτσες χελιδονιών!
«Κόρη μας, -της έλεγαν οι γονείς της- έτσι όπως κάνεις, κανείς δεν θα σε θέλει για γυναίκα του! Πρέπει να μάθεις κέντημα και μαγειρική, να μάθεις με τους δασκάλους σου την Ανωτάτη Διπλωματική!»
Η Αρμπαρόριζα, όμως , δεν νοιαζόταν για όλα αυτά. Ήθελε να είναι κοντά στον ήλιο και να τρέχει μαζί με τα σύννεφα.
Τα χρόνια πέρασαν σα νεράκι και η μικρή Αρμπαρόριζα είχε πλέον φουντώσει για τα καλά! Τα κάλλη της δεν μπορούσαν να μείνουν απαρατήρητα από κανένα βασιλόπουλο στο βασίλειο, όμως κανείς δεν τόλμαγε να την πλησιάσει γιατί ήταν πολύ ελεύθερη και τη φοβόντουσαν .
«Κόρη μας  -της ξαναείπαν οι γονείς της μια μέρα- ήρθες σε ηλικία γάμου, το βασίλειό μας χρειάζεται διάδοχο, δεν γίνεται να μείνεις άλλο ανύπανδρη.»
Οι πιέσεις ήταν τόσο μεγάλες που η Αρμπαρόριζα έτρεξε στο αγαπημένο της ποτάμι και για πρώτη φορά στη ζωή της έβαλλε τα κλάματα. Ένα με το γάργαρο νεράκι του ποταμού έγιναν τα δάκρυά της!
-Επ! Τι γίνεται εδώ; Ποιός με βρέχει; ακούστηκε μια φωνή.
-Ποιός μίλησε; η Αρμπαρόριζα ρώτησε τρομαγμένη.-Εγώ, ο Ποταμός! Αρκετή υγρασία έχω, γιατί με βρέχεις;  μμμ... μιαμμμ... και μάλιστα με αλμυρό νερό! Μήπως σε λένε Θάλασσα;
-Όχι, όχι! Αρμπαρόριζα με λένε! Δάκρυα πέσανε στο νεράκι σου Ποταμέ μου, κατά  λάθος! Συγγνώμη!
-Μμμμ!!! Για σκύψε λίγο να δω το προσωπάκι σου!
Η Αρμπαρόριζα έσκυψε και το πρόσωπό της καθρεφτίστηκε στα καθαρά νερά του Ποταμού.
-Ω! Ω! ΕΙΣΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΗ ΚΟΠΕΛΑ!ΒΡΕ, ΒΡΕ,ΒΡΕ! Σε θυμάμαι, χρόνια τώρα έρχεσαι εδώ και παίζεις! Και για να ‘χουμε καλό ρώτημα, γιατί τόσο κλάμα;
-Θέλουν να με παντρέψουν!
-Πολύ όμορφα! Δεν χαίρεσαι; Θα κάνεις παιδάκια και θα έχεις κάποιον δίπλα σου που θα σε αγαπάει!
-Δεν μπορώ να χαρώ Ποταμέ μου  γιατί δεν έχω αγαπήσει μέχρι σήμερα κανέναν, δεν ξέρω τι είναι η αγάπη. Πώς θα γίνω ευτυχισμένη αν δεν αγαπήσω;
-Μα και βέβαια έχεις αγαπήσει!
-Έχω;
-Μα ναι! Αγαπάς τα λουλούδια, τα ζώα, τη φύση! Αγαπάς τα πουλάκια, το νερό μου, τα δένδρα! Αγαπάς το γέλιο και την ανεμελιά! Αγαπάς το τραγούδι και τα σύννεφα! Χρόνια σε παρακολουθώ που τρέχεις πλάι μου και χοροπηδάς μαζί με τα ελαφάκια.
-Ναι, Ποταμέ μου, με τι τρόπο να επιλέξω σύντροφο;  Οι γονείς μου θέλουν να κάνουν ένα χορό και να καλέσουν όλα τα βασιλόπουλα της Καστοριάς ,ώστε να επιλέξω σύζυγο… πώς; Αφού δεν έχω αγαπήσει κανέναν! Πώς θα ξέρω αν η επιλογή μου θα είναι σωστή;
-Αρμπαρόριζα! Συγκεντρώσου! Θα επιλέξεις ένα Σύντροφο που θα Αγαπάει τα ίδια με σένα και να είσαι σίγουρη θα γίνεις πολύ ευτυχισμένη!
- Μα κανένα βασιλόπουλο δεν με θέλει! Δεν έμαθα κέντημα και μαγειρική ,ούτε Διπλωματική!
-Τότε να είσαι σίγουρη ότι θα επιλέξεις ακόμη πιο σωστά!!!
Είπε ο Ποταμός και χάθηκε στα γάργαρα νερά του!

Το παλάτι λουζόταν από φως. Οι μάγειρες και οι μαγείρισσες είχαν γεμίσει τα τραπέζια με τα πιο πλούσια φαγητά: Πάπιες ψητές με σάλτσα πορτοκάλι, αγριογούρουνα με δαμάσκηνα, μήλα με κανέλλα, πατέ σολωμού, εστραγκόν με μύδια, πουρές από καρότα, πέστροφες με μαγιονέζα, ελάφια, γαλοπούλες, στρουθοκάμηλοι και κοτόπουλα, κρασί κόκκινο και άσπρο από τις πιο εκλεκτές ποικιλίες και φρούτα όλων των ειδών και εποχών!
Όλος ο καλός κόσμος είχε δώσει το παρόν και δοκίμαζε τα πλούσια εδέσματα. Η Αρμπαρόριζα ,όμως, ήταν πολύ θλιμμένη. Παρατηρούσε τα βασιλόπουλα να κοιτάζουν τα φαγητά και να χαριεντίζονται με τις κυρίες των τιμών. Κανένα βασιλόπουλο δεν της άρεσε, και η θλίψη της γινόταν ακόμη πιο μεγάλη, όσο πλησίαζε η ώρα για τον χορό.
«Κόρη μας, -είπαν οι γονείς της- σε λίγο πρέπει να ανοίξεις το χορό! Πρέπει να διαλέξεις!»
Η Αρμπαρόριζα σηκώθηκε απότομα όρθια και φώναξε στην γεμάτη από κόσμο αίθουσα:
-ΟΠΟΙΟΣ ΜΟΥ ΦΕΡΕΙ ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΠΟΥ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΩΝ ΜΑΛΛΙΩΝ ΜΟΥ ΘΑ ΧΟΡΕΨΕΙ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΑΝΔΡΑΣ ΜΟΥ!!!
ΕΧΕΤΕ ΜΙΑ ΩΡΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ!
Η μητέρα της στο άκουσμα της παράξενης απαίτησης λιποθύμησε και ο βασιλιάς πατέρας της σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό, απελπισμένος!
Η αίθουσα άρχισε σιγά σιγά να αδειάζει, όπως είχαν και τα πιάτα γίνει καθρέπτης από τις τόσες ακρίδες στο παλάτι!
Κανείς δεν ήθελε την Αρμπαρόριζα για γυναίκα του και ψίθυροι ακουγόντουσαν ότι σίγουρα πάσχει από μια σπάνια ασθένεια…
Σχεδόν είχε αδειάσει η μεγάλη σάλα, όταν ξαφνικά ένα παλικάρι ακούστηκε να λέει:
-Βασιλοπούλα μου, τα μαλλιά σου είναι τα πιο όμορφα που υπάρχουν και γνωρίζω ένα λουλούδι που φυτρώνει σε κάθε αυλή και μπαλκόνι και έχει το δικό σου άρωμα, μα αν το κόψω θα χάσει την ομορφιά του. Μπορώ όμως να στο δείξω!
-Ωραία! πού είναι;
-Κάτω από το μπαλκόνι σου! Είναι ένα πράσινο φυτό που βγάζει όμορφα λιλά λουλουδάκια και κάθε που το ποτίζω ένα υπέροχο άρωμα αναδεύεται στην ατμόσφαιρα και τραγουδάει με τα μαλλιά σου!
Η βασιλοπούλα έτρεξε αμέσως να το δει. Κούνησε λίγο τα πράσινα φύλλα του και ένα υπέροχο άρωμα ελευθερώθηκε!
-Μα ποιό βασιλόπουλο είσαι εσύ;  ρώτησε η Αρμπαρόριζα το παλικάρι.
-Είμαι ο κηπουρός σας!             
Η Αρμπαρόριζα τον κοίταξε γεμάτη αγάπη και θυμήθηκε τα λόγια του Ποταμού.
-Θέλεις να χορέψουμε;
Ο κηπουρός της άγγιξε το χέρι και πήγαν μαζί στη μεγάλη αίθουσα. Τα βιολιά άρχισαν να παίζουν το πιο μελωδικό βαλς, και οι δυο νέοι έλαμπαν από ευτυχία! Οι γονείς της Αρμπαρόριζας αγκαλιασμένοι τους κοίταζαν με ικανοποίηση.
Στο γάμο τους παντού υπήρχαν ανθάκια του αρωματικού φυτού, που πήρε το όνομα της βασιλοπούλας και από τότε όλοι το έλεγαν Αρμπαρόριζα!
Η βασιλοπούλα, μάλιστα, για να ευχαριστήσει τον Ποταμό πήγε πολλές ρίζες αρμπαρόριζας και τις φύτεψε στην όχθη του!
Ο κηπουρός τη φρόντιζε σαν τα μάτια του τη βασιλοπούλα και έτσι ΕΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑΑΑΑΑΑΑ!
Όλα αυτά έγιναν μια φορά κι ένα καιρό…

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Της Ζωής.


Εκείνα τα χρόνια που η άνοιξη ήταν  άνοιξη και όλες οι εποχές στην θέση τους, μια τέτοια μέρα σαν την σημερινή που γιορτάζεται η Zωή, (καθόλου τυχαία μέσα στην καρδιά της άνοιξης), γινότανε σε ένα διπλανό χωριό ένα πανηγύρι. Γέμιζε το μονοπάτι της χαράδρας που οδηγούσε εκεί, χρώματα από κοριτσίστικα φουστάνια, (ανακατεμένα με το λαδί των νιόφυτρων φυλλωμάτων), και φωνές ανακατεμένες με γελάκια, που ανέβαιναν ψηλά και χάιδευαν τον ασπρογάλαζο ουρανό. Σαν φτάνανε, στρώνανε οι γυναίκες χάμω τις κουρελούδες και ακουμπούσανε πάνω τους τα καλάθια που είχανε μέσα το φαγί και το πιοτί. Στις πιο μερακλίδικες παρέες είχε ανατεθεί ο ρόλος του να φροντίσουνε για την μουσική· παραδίπλα τους, είχανε τους γύφτους, παραδοσιακούς καλλιτέχνες, με τα κλαρίνα, τα νταούλια και το ακορντεόν και περιμένανε να τελειώσει η λειτουργία. Γύρω τους μαζευότανε κόσμος πολύς· ανυπόμονα περιμένανε την ώρα που το μερμήγκιασμα της σπονδυλικής στήλης θα διέταζε τον χορό...




Τα νιάτα, αγόρια και κορίτσια, θέλοντας να απομακρυνθούνε  λιγάκι από την αρχέγονη επιτήρηση, κατεβαίνανε το μονοπάτι που οδηγούσε στον καταρράχτη και στην μικρή εκκλησία στην άκρη του γκρεμού. Χαιδεύανε οι άκρες των φουστανιών τις μαργαρίτες, και τα χαμηλωμένα ματοτσίνορα, τα δήθεν άφοβα μάτια των αγοριών που χλωμά από επιθυμία ακολουθούσαν τις διαταγές της σάρκας τους. Σε τέτοιους τόπους τότε συναντιόντουσαν οι νέοι με τον έρωτα, εκεί και με τα ανταμωμένα βλέμματα, αγαπούσαν ποθούσαν και μεθούσαν την ηδονή της επιθυμίας. Σαν έπεφτε το σούρουπο και όλα τελειώνανε, σιγά-σιγά συνέρχονταν οι άνθρωποι και όσοι είχανε κοινωνήσει με τον χορό, κουρασμένοι παίρνανε τον δρόμο του γυρισμού μαζί με όλους τους άλλους, ακόμη και  με εκείνους που αυτό το πανηγύρι δεν ήθελαν να τελειώσει ποτέ….

(Το πανηγύρι της Τσούκας)

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

το δικό μου Πάσχα



Ένα φορεματάκι μάλλινο βεραμάν· με υφασμάτινα λουλουδάκια στο μπούστο και στρογγυλό γιακαδάκι. Μια ανεπαίσθητη ενοχή στο: «η εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα γυνή. Κλεφτή ματιά, με άρωμα βιολέτας, στις λόγχες από το βλέμμα των αγοριών οι μυροφόρες. Επιτάφιος θρήνος : «ω γλυκύ μου έαρ» και στην επιστροφή η φωνή του ψάλτη: « τις εστί, βασιλεύς ή Ιουδαίος;». Μυρωδιές από  ανθισμένες πασχαλιές …
Τρία κορίτσια ταξιδεύουν από χωριό σε χωριό. Με τις ανόμοιες ηλικίες τους παρέα και με κοινό προορισμό. Να αιχμαλωτίσουν μια αίσθηση της άνοιξης σε στολισμένες εκκλησίες και να νοιώσουν την δύναμη της κατάνυξης στον ανθοστόλιστο επιτάφιο. Η εξαίσια μυρωδιά της μαγειρίτσας το απόγευμα του Σαββάτου…Το τραπέζι της Λαμπρής συμπληρωμένο  με όσα ακριβώς του χρειάζονται. Κόκκινο και χαρά, σε ίσες δόσεις. Το ελάχιστο αίσθημα της απογοήτευσης και το άλλο, του κορεσμού, στο σούρουπο της Κυριακής. Ένα πάζλ αναμνήσεων, πασχαλινό, παλιό και καινούριο, γεμάτο σύγχυση αναμονής και  εξαιρετικής ποιότητας νοσταλγία….

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

βήμα-βήμα έρχεται η ανάσταση.


Ο Φλεβάρης, (όχι μόνος του παρέα με κείνον τον σκανταλιάρη φίλο του), εκνευρισμένος από τον βαρύ χειμώνα που κουβαλούσε στην πλάτη του και θέλοντας κάπου να ξεθυμάνει, μούδωσε μια γερή κουτουλιά και με έριξε κάτω. Εκεί κάτω συναντήθηκα με μια ανάλγητη influenza που πήρε και με ζύμωνε αργά-αργά, προσθέτοντας στο μείγμα ίσες δόσεις πυρετού και έντονου βήχα, συστατικά τα οποία σιωπηλά και ενωμένα κυβερνούσανε την ύπαρξή μου. Στην κυριαρχία της απάνω μέτρησα τα λουλούδια της άνοιξης που «με κρότο ανοίγανε ένα-ένα», καταπώς λέει και ο ποιητής. Κλεισμένη την βδομάδα η γρίπη, σαν έκπτωτη βασίλισσα με κοίταξε με το κρύο της βλέμμα, έκλεισε την πόρτα πίσω της και έφυγε. Έξω από το σπίτι, βήμα-βήμα οι χαιρετισμοί φέρνανε την ανάσταση…

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Ο κύριος Άρης και η Αγράμπελη.


Το σπίτι του κ. Άρη το χώριζε από το δικό μας ένας δρόμος· ένα κατηφορικό μακρύ δρομάκι που κυλούσε σαν ρυάκι προς την λίμνη. Είχε μια σιδερένια δίφυλλη πόρτα, με εκείνα τα θαμπά τζάμια που δεν σου επιτρέπανε να βλέπεις μέσα, μα που  αφήνανε αρκετό φως για να φωτίζει την σάλα που υπήρχε πίσω της. Τα τέσσερα σκαλιά της εισόδου από γκρίζο μωσαϊκό, ήτανε στολισμένα στην αριστερή τους πλευρά με λουλούδια, και μονίμως βρώμικα από την σκόνη του δρόμου και την λάσπη του χειμώνα. Τα ατού του σπιτιού ετούτου ήτανε τρία, πρώτον το πίσω μπαλκόνι που είχε την ωραιότερη θέα της γειτονιάς, δεύτερον το μαρμάρινο τζάκι στο σαλόνι τους  και τρίτον η κυρία Μαργαρίτα η όμορφη γυναίκα του.  Όλα ζηλευτά. Ο κ. Άρης λέγανε πως  ερωτεύτηκε την ωραία Μαργαρίτα με την πρώτη ματιά. Και αμέσως την ζήτησε σε γάμο. Εκείνη δεν το σκέφτηκε πολύ· δέχτηκε γρήγορα την πρότασή του, (παρ’ όλο που ήτανε ξένος πράγμα που εκείνη την εποχή δεν αποτελούσε προνόμιο), πρώτον γιατί της χαμογέλασαν τα ζεστά λαδί μάτια του και δεύτερον γιατί είχε βαρεθεί να μην την αγαπούν. Είχε ήδη ζήσει μια ερωτική ιστορία με έναν όμορφο  αλλά αδιάφορο νέο και είχε προλάβει να διαισθανθεί πως το συμφέρον της ήτανε να παντρευτεί και όχι να επιμένει σε έναν άτυχο έρωτα.
Στο σπίτι εκείνο έμπαινα συχνά καθώς έκανα αρκετή παρέα με τον γιό τους τον Μιχάλη. Μόλις άνοιγε η πόρτα  και έκανες δυο τρία βήματα στην σάλα, σε κυρίευε μια μυρωδιά από κρέμα τοκαλόν και καπνό από το τζάκι. Καλοκαίρι και χειμώνα η μυρωδιά του καπνού ήταν ανεξήγητα παρούσα. Ο κύριος Άρης, όταν δεν βρισκότανε  στο εμπορικό του, καθότανε τον χειμώνα στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι  το  δε καλοκαίρι στο μπαλκόνι με την ωραία θέα· και πάντα διάβαζε· στο τραπεζάκι δίπλα του, ήτανε ακουμπισμένη μονίμως μια φρουτιέρα, (έτσι λέγαμε εκείνη την γυάλινη πιατέλα που είχε στο κέντρο της ένα «πόδι» στο οποίο και στηριζότανε) η οποία αντί για φρούτα, φιλοξενούσε βιβλία, ριγωτά χαρτάκια τετραδίου και  ένα μαύρο μολύβι. Μόλις μας άκουγε  να μπαίνουμε γελώντας, έκλεινε το βιβλίο κατέβαζε τα γυαλιά του και μας κοίταζε σαν να βρισκότανε σε όνειρο. «Πάλι με την Αγράμπελη τριγυρίζεις;» μονολογούσε. Αυτό εμένα με μπέρδευε· «γιατί με λέει Αγράμπελη;» ρωτούσα, «μην του δίνεις σημασία είναι λίγο «αλλαχού» ο μπαμπάς μου, έτσι λέει η μάνα μου, αλλά είναι πολύ καλός, ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου», μου απαντούσε ο Μιχάλης.
Ποτέ μου δεν έμαθα το πρόβλημα αυτού του σπιτιού, γιατί όπως απεδείχθει αργότερα, είχε πρόβλημα. Το ένοιωθες  όμως αμέσως μόλις έμπαινες μέσα, χωρίς να μπορείς να το βάλεις   σε λόγια, μαζί με την μυρωδιά του καπνού και της κρέμας ομορφιάς της  κυρίας Μαργαρίτας που απουσίαζε  συνήθως. Φορούσε το άσπρο της φόρεμα με τα κεντημένα κόκκινα λουλουδάκια το καλοκαίρι, το πράσινο παλτό της με το  γούνινο γιακαδάκι τον χειμώνα και παρέα με τις αδερφές της ξοδευτότανε σε πολύωρες βόλτες, αδιάφορες για την μοναξιά του άντρα που διάβαζε. Ένα απριλιάτικο πρωϊνό, μαζί με το ανοιξιάτικο αεράκι που είχε μέσα του άρωμα πασχαλιάτικων λουλουδιών και μαστίχας από τα τσουρέκια που ψήνονταν στον φούρνο, ήρθε και το σκοτεινό μαντάτο. Ο κ. Άρης πήρε το δίκαννο την νύχτα που πέρασε, το έβαλε στο στόμα του, και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. Αρκετά χρόνια μετά το τραγικό γεγονός που συντάραξε την μικρή μας κοινωνία και τα νεύρα της κ. Μαργαρίτας, έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο, το «ένα παιδί μετράει τα άστρα» και  ίσως επειδή  η ηρωΐδα του βιβλίου, ήταν παλιά μου γνώριμη, έγινε «φίλη»  αγαπημένη…

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα


Και την ώρα που η λίμνη ντύθηκε στο ασήμι της και άρχισε να μετράει με λαχτάρα τις ανάσες της ως την αυγή, τότε ακριβώς τα φώτα της πόλης βαριεστημένα ανάβανε ένα-ένα και από το  κατάλευκο καμπαναριό, που ντύθηκε στα χρυσά για χάρη του ήλιου που έσβηνε, ακούστηκε ο ήχος της καμπάνας, κάλεσμα  των πιστών σε  ύμνους ανοιξιάτικων χαιρετισμών...